(…)
Έκλαψα χθές σαν έλαβα ένα γράμμα από τον φίλο Ρ… που ταξιδεύει χρόνια στις επαρχιακές κωμοπόλεις.
Μου γράφει: θυμάσαι τις βάρκες τα μεσάνυχτα γύρω στ’ αγκυροβολημένα φορτηγά;
Μου γράφει: θυμάσαι τις μέρες μιας Άνοιξης, ολόφωτες μέσα στο αιμάτινο φορτίο τους;
Μου γράφει: θυμάσαι τους τέσσερεις τοίχους που φύλαξαν αναφαίρετα τόσον καιρό το μυστικό μας;
Έχασα τα βιβλία μου, φώναζες, έχασα τα χαρτιά μου, έχασα κάθετι που πιότερο στον κόσμο αγαπώ.
Είχες χάσει κάτι πολύ περισσότερο. Μια παντοτινή νεότητα σε κάθε γωνιά της ολόπικρης νόησης.
Μ. Αναγνωστάκης
(καλό ταξίδι και καλώς ήρθατε.
m.m.)
Οι νεαροί Οιδίποδες των παλιών ενόπλων οργανώσεων, το νέο αντάρτικο cosmoπολiς ξαναχτυπά. Και μάλιστα αυτή τη φορά στην προκήρυξη, που ήταν ομολογουμένως πιο χορταστική και πιο μεστή, τα παιδιά της σέχτας επιχείρησαν να μας εξηγήσουν ‘γιατί τα κάνουν όλα αυτά’ (κατά το λενινιστικό ‘τι κάνουμε’) ώστε να βγούμε από το σκοτάδι και να μην απομείνει καμιά αμφιβολία για το ότι βρισκόμαστε επισήμως στη ζώνη του λυκόφωτος…
Η προκήρυξη ξεκινά με ένα μαρξιστικό φλας μπακ. Τα παιδιά τετραγώνισαν τον κύκλο: Ο Μαρξ έκανε λάθος! Δεν υπάρχει τελικά προλεταριάτο και αστική τάξη και άρα «Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη συνείδηση ως το βασικότερο όπλο του ένοπλου αγώνα».
Και δεν σταματαν εδώ, στη συνέχεια στο στόχαστρο βάζουν τη μικροαστική τάξη (η δε μεγαλοαστική τάξη σχεδόν επαινείται γιατί αν μη τι άλλο ξέρει ποια είναι..) Ο σκοπός δε όλων αυτών δεν είναι μια καλύτερη κοινωνία, ο κομμουνισμός ή ξέρω-γω-τι-αλλο σχετικό με το μέλλον αλλά μια δράση-πρόταση για το τώρα. Για το πώς ο καθένας από τους έχοντες την «συνείδηση» θα εκφράσει την απελπισία και την οργή του και μέσα από μια κατάσταση εμφυλίου, κόντρα στους μπάτσους και στους μικροαστούς ρουφιανους, θα κάνει τη ζωή του μια καθημερινή, ιδιωτική εξέγερση…
Μετά από την πρώτη κρυάδα και τον συνακόλουθο κλαυσίγελο, στο μυαλό μου γεννιούνται, εύλογα θαρρώ, μερικά ερωτήματα….
Αυτή η «συνείδηση» σε τι συνίσταται; (Διότι αν μιλάμε για συνείδηση της βλακείας, τα παιδιά αυτά πρέπει να αυτοπυρποληθούν..)
Στην προσπάθεια να προσδιορίσουμε την έννοια της συνείδησης κατά σέχτα, πρέπει να περάσουμε πέρα από τα γνώριμα εδάφη της ταξικής ανάλυσης και να περιπλανηθούμε στα σταυροδρόμια των εικασιών, καθώς η προκήρυξη λίγο βοηθά…
Υποψιάζομαι ότι η ιδεολογική τους αφετηρία είναι το χιλιοπαιγμενο σύνθημα «το δίκιο το έχει ο εξεγερμένος» το οποίο είχε εμφανιστεί για να αντικρούσει το μαρξιστικής εμπνεύσεως «νόμος είναι το δίκαιο του εργάτη». Ο α/α/α χώρος μπορεί να αφαίρεσε τη λέξη ‘νόμος’ και ‘εργάτης’, κράτησε όμως την αναγόμενη στα διδάγματα του Διαφωτισμού πίστη που εκφράζει το σύνθημα στην μαρξιστική του μορφή: Υπάρχει μια απόλυτη αλήθεια την οποία κάποιος γνωρίζει και την επιβάλλει σε αυτούς που την αγνοούν.
Ο εξεγερμένος λοιπόν (και όχι ο εργάτης-προλετάριος-μικροαστός) είναι το επαναστατικό υποκείμενο το οποίο έχει τη ‘συνείδηση’, το δίκιο που από ότι φαίνεται διεκδικεί για τον εαυτό της η σέχτα.
Σε αντίθεση βέβαια με το ‘δίκιο του εργάτη’, για τον οποίο με τόση σιχαμάρα μιλανε οι νέας εσοδείας ‘αντάρτες’ της σέχτας, το ‘δίκιο του εξεγερμένου’ είναι τόσο αφηρημένο και ανεπίδεκτο ειδικότερου προσδιορισμού που οδηγεί μοιραία τους απανταχού εξεγερμένους και εξεγερσιοκαπηλους στον συνακόλουθο μηδενισμό, ως αναγκαίο συμπλήρωμα μιας ιδεολογικής κενότητας και ενός αγοραίου ατομισμού.
Πράγματι, δεν αγωνιζόμαστε για το μέλλον, για κάτι που θέλουμε και διεκδικούμε, για κάτι θετικό. Δεν αγωνιζόμαστε μαζί με τους άλλους, για να συναντηθούμε μαζί τους, να τους μιλήσουμε, να δώσουμε μαζί νέο αξιακο φορτίο στις ζωές μας και να συνδημιουργησουμε κοινωνία.
Αγωνιζόμαστε για τους εαυτούς μας, ιδιωτικά. Με μέσα και μεθόδους απρόσιτες στις λαϊκές μάζες και απομακρυσμένες από κάθε είδους κοινωνικού ελεγχου. Αγωνιζόμαστε για το τώρα, για μια στιγμή, για την αδρεναλίνη που καίει τα μηλίγγια, για τα τεντωμένα αντανακλαστικά την ώρα της μάχης. Μέσα σε ένα ναρκισσιστικό παραλήρημα όπου η κατάργηση κάθε εξουσίας (και ταυτόχρονα η απόλυτη ελευθερία) έρχεται στιγμιαία να ενσωματωθεί μέσα στον πεπερασμένο χρόνο αναρχίας για να μετουσιωθεί έπειτα στην πιο απόλυτη και βίαιη εξουσία, την μοναχική επιβολή του τίποτα ως αντάλλαγμα σε μια αδυσώπητη καταστολή…
Τα παιδιά της σέχτας το είχαν πει: κανουνε αντάρτικο και όχι πολιτική.
Σα να λέμε παίζουν ένα ζωντανό play station. Ένα παιχνίδι καταδίωξης επενδυμένο με dada φαντασιώσεις κάπου ανάμεσα στο doomsday και σε ταινία εποχής.
Σε ένα πράγμα όμως έχουν απόλυτο δίκιο: «… η εξουσία επιβάλλεται αλλά και καταργείται στην κάνη των όπλων»
Το μόνο που μένει να βρεθεί είναι τι από τα δυο τελικά κάνουν οι ίδιοι…
κεκε