τι να πεις για ένα χώρο που σου κλέβει την αισθητική σου, σε λογοκρίνει, δεν μπορείς κύριε να κουνάς το πόδι ρυθμικά, εδώ είναι δικές μας οι νότες, δική μας κι η ορχήστρα. τι να πεις για μια ελευθερία που σου κλέβει τις λέξεις σου, τις ξεσκίζει, σου απαγορεύει να τις νιώθεις. τι να πεις για τα νυχτοπερπατήματα που σου κλέβουν τους φίλους σου, και τους έρωτές σου, και τους εραστές σου - θεέ και κύριε, μα πού στο καλό ήσουν κι έλειπες από τη συλλογή τη στείρα, τη ναρκισσιστική μας; τι να πεις, που ματώνει το μυαλό ενώ αγωνίζεσαι να υπάρξεις, σε ξεβράζει το κύμα όσο αγωνίζεσαι να συνυπάρξεις, σου επιβάλλεται τη σιωπή όχι γιατί τρομάζεις, αλλά γιατί κανείς δεν μπορεί να σε ακούσει.
τι να πεις για μια μπάντα που ανέβηκε στα σύννεφα και χάθηκε για πάντα; καλό ταξίδι, στο καλό, να μη μου γράφετε. αλλά μην παίρνετε κι άλλους αργοναύτες, αφήστε και κανέναν πίσω να οργώνει τα χωράφια, να συνομωτεί ενάντια στον τύραννο, να βλέπει τις εποχές να αλλάζουν. κάτω τα χέρια λέμε… μα το παιχνίδι είναι χαμένο ήδη. παίχτηκε στην ψυχή του πάρτι, και δεν ήμασταν εμείς… που να τα βάλεις τώρα με τους δαίμονες του κάθε μυαλού. της κάθε ζωής, εξίσου λειψής κι υπέροχης όσο κι η δική σου. που σπαρταρά να είναι, κι όχι να γίνει. τι τα θες τώρα…
τι πιο σκληρό από τον τρόπο που διαλέγουμε; τι πιο σκληρό από το γεγονός οτι διαλέγουμε;
[τρεις καληνύχτες. μια προσωρινή στο όνειρο. μια τεθλιμμένη στην ψευδαίσθηση οτι δεν ήμασταν μόνοι. και μια ειρωνική μες στην αμηχανία της απέναντι σ'αυτό το σκοτάδι το πυκνό, συμπαγές...]
αφιερωμένο.
FUG
μπαλάντες για λυπημένες προθέσεις. μπαλάντες για ανεγκέφαλες προσθέσεις. μπαλάντες για ασυνάρτητα λοξοδρομήματα όταν νομίζαμε πως κανείς πια δεν μας βλέπει, τόσο ψηλά πετάμε. κι είμαστε μονάχοι με τη συνείδησή μας, και μπορούμε να κάνουμε ό,τι γουστάρουμε κι άμα το κάνουμε είναι και σωστό.
(το μυστικό; πάντα κάποιος παρακολουθεί. πάντα κάποιος ξέρει. λίγο μετράει ωστόσο: “αλίμονο στους τίμιους, που δεν μπορούν να είναι άτιμοι” – τι σόι ελεύθερη βούληση είναι αυτή;)
ένα δωμάτιο ξεθεωμένο, νυσταγμένο, αλλοπαρμένο άλλοτε και κατακόκκινο, που σέρνεται τώρα να βρει προικοθήρα. μια ευθεία γραμμή τεθλασμένη πια, ξεσκισμένη, μια γλυκιά παραζάλη που έγινε όνειρα κι ύστερα λάσπη να φτιάξουμε, κι ύστερα σκόνη, κι ύστερα λάσπη ξανά, και τι φτιάξαμε τελικά; μια βεβαιότητα πια πως πάντα έτσι γίνεται και παντοτινά έτσι θα γίνεται, και μια βεβαιότητα ακόμα: πως δε γίνεται να σταματήσουμε. πάρε τα όλα. πάρε τα σου λέω. γιατί αυτό που φτιάξαμε, κι αυτό που μένει, δεν ήτανε ωραία σχέδια και τούβλα. δεν ήταν ούτε η καθημερινή τριβή που έλαμπε ξαφνικά τόσο θνητή, ούτε η ψευδαίσθηση της αθανασίας. αυτό που φτιάξανε, κι αυτό που φτιάξαμε, με όλα αυτά,
ήμασταν εσύ κι εγώ.
μη μου μιλάς λοιπόν πια για πλοία που ποτέ δεν θα ξεκινήσουν. μη μου πετάξεις ξανά τον καθρέφτη που δεν καταδέχτηκες να κοιτάξεις. πάτησες τους όρκους, βεβήλωσες.
άμα βγάζεις εσύ ο ίδιος στο σφυρί το σπίτι σου, πόση σημασία έχει εντέλει που εσύ είσαι κι ο μειοδότης;
υγ. (αλλαγή παραγράφου. μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει, τι παραλήρημα πιάνει τον άνθρωπο όταν νομίσει οτι βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο σταυροδρόμι; να πει το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι; πώς προσθέτει ανόμοια πράματα; και βάζει στην ίδια σακούλα μήλα και πορτοκάλια, ξεχνώντας πως κάποτε διατυμπάνιζε πως έχει τάχαμου αλλεργίες την άνοιξη; πες το όχι, φίλε μου… πες: όχι. όχι έτσι. μερικές φορές σε πάει πιο πέρα…)
FUG