Leopold And Loeb

Ιουλ 19
1 σχόλιο

(…)


Έκλαψα χθές σαν έλαβα ένα γράμμα από τον φίλο Ρ… που ταξιδεύει χρόνια στις επαρχιακές κωμοπόλεις.


Μου γράφει: θυμάσαι τις βάρκες τα μεσάνυχτα γύρω στ’ αγκυροβολημένα φορτηγά;

Μου γράφει: θυμάσαι τις μέρες μιας Άνοιξης, ολόφωτες μέσα στο αιμάτινο φορτίο τους;

Μου γράφει: θυμάσαι τους τέσσερεις τοίχους που φύλαξαν αναφαίρετα τόσον καιρό το μυστικό μας;


Έχασα τα βιβλία μου, φώναζες, έχασα τα χαρτιά μου, έχασα κάθετι που πιότερο στον κόσμο αγαπώ.


Είχες χάσει κάτι πολύ περισσότερο. Μια παντοτινή νεότητα σε κάθε γωνιά της ολόπικρης νόησης.


Μ. Αναγνωστάκης


(καλό ταξίδι και καλώς ήρθατε.

m.m.)


Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
Των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
Και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
Χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαντράς τη Σιγκαπούρη τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
Θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
Κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς
Θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
Οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ‘χω πια ξεχάσει
Κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά
-Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει.

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
Και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει
Κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί
Θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
Σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες
Θα έχω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
Και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Ν. Καββαδίας


Posted in Ποίηση

Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς προχωράς.

τ. λειβαδίτης


Posted in Ποίηση

Σ’ εκείνους που μέσα σε θυελλώδεις νύχτες εξεγέρσεων ψάχνουν

για ένα φεγγάρι παιδικό

σ’ αυτούς που δεν τους έμεινε καιρός, σ’ εκείνους που τους ξέχασαν

στην γλυκύτητα του ύπνου όταν όλοι μας είχαν εγκαταλείψει

στους καθρέφτες που κοιταχτήκαμε, στις θάλασσες που δεν θα ταξιδέψουμε

στα μονοπάτια που περπατήσαμε ερωτευμένοι κι ίσως να μην ξαναγυρίσαμε από τότε

στη Μοίρα, στην ωραία νεότητα, στους διαβάτες

( κι εγώ πού πήγαινα; κι ήταν τόσα πολλά αυτά που ζήτησα; Μα τώρα είναι αργά – ώρα να φεύγω )

στα αποδημητικά πουλιά, στις ατμομηχανές που κουράστηκαν κι

έγειραν στο πλευρό να κοιμηθούνε

στις καλαμποκιές όταν τις λούζει το φεγγάρι, στα κορίτσια που

βγάζουν το φουστάνι τους για να μπούν στον ουρανό,

στην αλληλογραφία ενός αγγέλου μ’ ένα παιδί, σ’ εκείνους που άργησαν,

σ’ αυτούς που δε θα ξανάρθουν

στη γυναίκα που ρίχνει τα χαρτιά, στο γέρο που κλαίει

στην Οδύσσεια που ζει ο ποιητής γράφοντας το πιο μικρό ποίημα

στη φευγαλέα στιγμή που έζησε ένας άνθρωπος ζώντας

μια ολόκληρη ζωή.

τ. λειβαδίτης


Posted in Ποίηση

…dance me through the panic ’til I’m gathered safely in…



Posted in Ποίηση

Nεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
Kάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
Kαλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.Eίχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.Πώς ν’ αποκριθούν
με ωτακουστή που άφησες καλά στοκαρισμένο
το φως γύρω γύρω.Kι έπειτα γιατί τους ρωτάς αν θέλουν.
Tο θαύμα δε ρωτάει.
Σ’ αρπάζει από το αυτί και
σέρνοντας σε πετάει στο φως.
Xαίρεσαι βέβαια με την έκλαμψη, δεν αντιλέγω
αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία
μην είναι και τα θαύματα θνητά.

Άστους λοιπόν καλύτερα εκεί
μην έχωμεν να άρωμεν για δεύτερη φορά
κενόν τον κράββατόν τους.

Tίποτα δεν άκουσες;
Kι όμως, όλην αυτή την ώρα εδώ μέσα
με άλλα κουβεντιάζοντας να πάρω λίγο αέρα
σε σένανε μιλούσα εκεί κάτω.
ότι δε σε προσφώνησα;
Mε ποιο απ’ όλα τα Λερναία ονόματα
να σε πρωτοφωνάξω.
Όποιο κι αν κόψω αποζητώντας σε
φυτρώνει αμέσως άλλο.

(Κ.Δημουλά. Eνός λεπτού μαζί, Ίκαρος 1998 )

Posted in Ποίηση